αυτοχειρία

η (AM αὐτοχειρία) [αυτόχειρ]
αυτοκτονία
αρχ.
1. φόνος που εκτελείται από τα ίδια τα χέρια κάποιου
2. το να εκτελεί κανείς κάτι με τα ίδια του τα χέρια
3. (η δοτ. ως επίρρ.) αὐτοχειρίᾳ
αυτοχειρί.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αὐτοχειρία — αὐτοχειρίᾱ , αὐτοχείριος fem nom/voc/acc dual αὐτοχειρίᾱ , αὐτοχείριος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) αὐτοχειρίᾱ , αὐτοχειρία murder perpetrated by one s own hand fem nom/voc/acc dual αὐτοχειρίᾱ , αὐτοχειρία murder perpetrated by one s… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοχειρίᾳ — αὐτοχειρίᾱͅ , αὐτοχείριος fem dat sg (attic doric aeolic) αὐτοχειρίαι , αὐτοχειρία murder perpetrated by one s own hand fem nom/voc pl αὐτοχειρίᾱͅ , αὐτοχειρία murder perpetrated by one s own hand fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοχειρία — αυτοχειρία, η και αυτοχειριασμός, ο η αυτοκτονία (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐτοχειρίας — αὐτοχειρίᾱς , αὐτοχείριος fem acc pl αὐτοχειρίᾱς , αὐτοχείριος fem gen sg (attic doric aeolic) αὐτοχειρίᾱς , αὐτοχειρία murder perpetrated by one s own hand fem acc pl αὐτοχειρίᾱς , αὐτοχειρία murder perpetrated by one s own hand fem gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοχειρίαι — αὐτοχειρίᾱͅ , αὐτοχείριος fem dat sg (attic doric aeolic) αὐτοχειρία murder perpetrated by one s own hand fem nom/voc pl αὐτοχειρίᾱͅ , αὐτοχειρία murder perpetrated by one s own hand fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοχειρίαν — αὐτοχειρίᾱν , αὐτοχείριος fem acc sg (attic doric aeolic) αὐτοχειρίᾱν , αὐτοχειρία murder perpetrated by one s own hand fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CARTHAGO — I. CARTHAGO Filia Herculis, Cicer. l. 3. de Nat. Deorum. Quartus Hercules Iovis est, qui Tyri maxime colitur, eius Carthaginem filiam ferunt. II. CARTHAGO Graecis Καρχηδὼν, urbs Africae totius celeberrima: Romanique imperii aliquando aemula, a… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • MACHABAEUS — cognomentum fuit solius Iudae, filiorum Mattathiae natu maximi, idque iam a puero, quamvis Iudaei velint, illum ita demum appellatum esse ab eo tempore, quo vexillo suo singulares literas intexi curavit, quae singulorum illorum verborum, Exod. 15 …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Γράκχοι — (Gracchi).Όνομα κλάδου του ρωμαϊκού πατριαρχικού γένους των Σεμπρονίων που προσέφερε μεγάλες προσωπικότητες στην πολιτική ζωή της αρχαίας Ρώμης. Οι σημαντικότεροι ήταν οι δύο αδερφοί Τιβέριος Σεμπρόνιος Γ. (162; – Ρώμη 133 π.Χ.) και Γάιος… …   Dictionary of Greek

  • αὐτοχειρίηι — αὐτοχειρίῃ , αὐτοχείριος fem dat sg (epic ionic) αὐτοχειρίῃ , αὐτοχειρία murder perpetrated by one s own hand fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.